Το Δάκρυ του Απόλλωνα… το Αληθινό Όνειρο του Νικόλα


Για ποιο λόγο άραγε ένα θεός θα επέλεγε να ενσαρκωθεί στον Κόσμο της Ύλης;
Μα… για τον Έρωτα…
Και ένας θεός ΞΕΡΕΙ πώς να αγαπάει, θυσιάζοντας ακόμα και την ίδια του τη θεϊκή Φύση για ένα Της άγγιγμα…

Και η εκπλήρωση ενός Μεγάλου Έρωτα είναι ένας Υιός… ο μονογενής γιος που σαρκώνεται από έναν άνδρα και μια γυναίκα για να αλλάξει τον κόσμο και να τον κάνει Καλύτερο και Αγαθότερο…
Υιό τον οποίο η θνητή αποφασίζει να κρατήσει για τον εαυτό της, γιατί δεν έχει μάθει, ακόμη, το σημαντικότερο στον Έρωτα…
Τη συνύπαρξη και τον αλληλοσεβασμό μέσα από τον συμβιβασμό και την ταπείνωση του Εγώ μπροστά στο Εμείς…

Και ο Άνθρωπος πρέπει να βρει τη Δύναμη για να αντέξει τον πόνο της ψυχής που του προκαλεί ο βίαιος αποχωρισμός από τη συνδημιουργό και το Δημιούργημα του Έρωτα…
Δύναμη που μόλις την αποκτήσει, γεφυρώνει τους δύο Κόσμους…
το θνητό και τον Επουράνιο… πατρίδα στην οποία επιστρέφει…
… με ένα Δάκρυ …
για την Απώλεια του Μικρού Πρίγκηπα...

Καλή Επιστροφή…
Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος

http://www.arkadian.gr/syllogi%20to%20dakry%20tou%20apollona.html

Η ΓΗΤΕΙΑ

Εκείνο το βλέμμα…
Το αθώο, αγνό χαμόγελο και το ψιθυριστό «καλωσόρισες»
Το μικρό άγγιγμα στο χέρι, έτσι, ίσα ίσα για να πιάσει το ξόρκι.
Μαγεία…
Μόνο αυτό μπορεί να εξηγήσει το τρέμουλο της σάρκας κάθε πού ακουμπά στο ξαναμμένο από τον πόθο κορμί.
Αλήθεια…
Πόσο μπορεί ν’ αντέξει μια ψυχή που φουσκώνει από έρωτα;
Πόσο δάκρυ να έχει το μάτι για να ξεπλύνει τον πόνο της απουσίας;
Πόσο καρδιοχτύπι ν’ αντέξει η καρδιά στο άκουσμα της φωνής Της, χωρίς να σπάσει;

Κι έπειτα… το αντάμωμα…
Το αργόσυρτο περπάτημα χέρι με χέρι.
Η προσμονή του μικρού εμποδίου στο διάβα και η στιγμιαία ένωση των κορμιών, δήθεν τυχαία, μα τόσο ηδονικά…
Το απαλό χάδι στα λατρεμένα πυρόξανθα μαλλιά που ο αγέρας παλεύει να κάνει δικά του, χωρίς συστολή θωπεύοντας τους καταρράκτες που ξεχύνονται από την αγαπημένη κεφαλή…

Παρόλο που ξέρεις…
Πως ζεις ένα ξόρκι. Πώς κάποια στιγμή η φούσκα θα σκάσει και η ζοφερή πραγματικότητα θα πάρει τη θέση του ονείρου που ζεις μαζί Της.
Μα δε σε νοιάζει… Ξέρεις ότι γεννήθηκες για αυτές τις απειροελάχιστες στιγμές που ανταμώνεις το βλέμμα Της, που ακούς την ανάσα Της καυτή να ψιθυρίζει τ’ όνομά σου, χαμένοι και οι δυό σε έναν ωκεανό λαγνείας και πάθους.

Και τ’ όνειρο σβήνει…
Κοιτάζεις δίπλα σου και βλέπεις το Κενό να γεμίζει τον χώρο που πριν βρισκόταν Εκείνη. Ο άνεμος πια δεν μαστιγώνει τον ξανθό καταρράκτη των μαλλιών Της, μα άγριος σε χτυπά με μανία, μη βρίσκοντας εμπόδιο Εκείνη να τον ποτίσει με το άρωμά Της.
Κι ένα δάκρυ κυλά στο πρόσωπο…
Γιατί ξέρεις… Ξέρεις πώς είναι να είσαι μαζί Της.
Και τώρα πια ζεις μακριά Της…
Κι ακόμη ένα δάκρυ κυλά… Πόσο ψυχρός ο αγέρας αν δεν τον γεμίζει η φωνή της, πόσο γυμνή η σάρκα του χεριού σου αν δεν το ντύνει τ’ άγγιγμά Της…
Κι άλλο ένα δάκρυ …
Κι άλλο …
Κι άλλο …

Πηγή

Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Πόση μουντάδα μπορεί να βγάζει ένα δειλινό όταν είσαι μόνος;
Και τι άραγε μου λείπει; Εσύ ή η Ιδέα Σου;
Ένα σημάδι γυρεύω. Απελπισμένος να θυμηθώ κάθε στιγμή μαζί Σου. Κάθε ξεχωριστά μοναδική στιγμή που στεκόσουν πλάι μου, δίνοντας νόημα σε μια ασήμαντη, ανύπαρκτη ζωή χωρίς Εσένα…

Και να … Τα σύννεφα σκίζονται στα δυό και από μέσα ξεπροβάλλει Ήλιος λαμπερός η Θύμησή Σου. Η Θεία Ιδέα που γύρεψε άσπιλο και αμόλυντο Ναό να γίνει Ύλη, να σαρκωθεί στον κόσμο των θνητών, για να μπορέσω εγώ, ο ταπεινός λάτρης του Κάλλους Σου να χορταίνω τις αισθήσεις μου…

Η φωνή Σου … Το μακρόσυρτο ανασάλεμα του αγέρα που μάχεται να βγει από το λατρεμένο στόμα. Κάθε Σου λέξη να ζωγραφίζει χρώματα στα φαντασία μου, εικόνες του Ονείρου που πασχίζουν να διώξουν τη μαυρίλα που έρχεται με το σταμάτημα της ανάσας Σου.

Η μορφή Σου … Τα λαμπερά μάτια, το χαμόγελο να ανασταίνει κόσμους θλίψης που εξαφανίζεται μπρος στην Ελπίδα και την Ευτυχία που με συγκλονίζουν καθώς με κοιτάς.

Το άρωμά σου … Άρωμα μυριάδων ρόδων που απαρνήθηκαν την ύπαρξή τους για να στολίσουν με την ευωδιά τους Εσένα, την Κυρά του Πόθου που αναδύεται στο πέρασμά Σου, σκλαβώνοντας τη Θέληση και τον Νου των ανήμπορων θνητών στο διάβα Σου.

Η γεύση του φιλιού Σου … Νέκταρ τα χείλη Σου, Αμβροσία η γεύση του λατρεμένου στόματος και το φιλί Σου να με κάνει κοινωνό σε ουράνια δείπνα, των θεών ομοτράπεζο να γεύομαι Εσένα, το άγιο Νάμα.

Το άγγιγμά Σου … Η αίσθηση της γυμνής σάρκας επάνω στη δική μου, δύο σπιθαμές ύλης να πάλλουν τις χορδές της Ύπαρξής μου, σε θείες μελωδίες Πόθου και Πλήρωσης, και Εσύ λυράρισσα να υπαγορεύεις το τραγούδι των Σειρήνων στο οποίο υποκύπτω.

Αγάπη … Ο έρωτας έρχεται και φεύγει. Μα η Αγάπη γεννήθηκε με Εσένα μαζί, ήλθε και φώλιασε μέσα μου με την πρώτη ανάσα που έβγαλες στον κόσμο αυτόν. Όταν απαρνήθηκες τη Θεία Φύση Σου για να σαρκωθείς, μόνο για μένα, μόνο για να σε αγκαλιάσω … σάρκα στη σάρκα μου … χτύπος στην καρδιά μου…

Και τα σύννεφα ξανακρύβουν τον Ήλιο…
Η θύμησή Σου σβήνει στη σκέψη μου και τώρα … κενό. Πόσο άδειος νιώθω χωρίς την Ιδέα σου να γεμίζει την ανυπαρξία μου. Άχρηστη η σάρκα μακριά Σου. Τώρα που δε Σε μυρίζω, δε Σ’ ακούω, δε Σε αγγίζω, δε Σε βλέπω, δε Σε φιλώ…

Μονάχα ο νους μου χαϊδεύει την ανάμνησή Σου και η ψυχή μου που φτεροκοπά να βγει απ’ το σαρκίο της, μήπως μπορέσει να σε βρει. Μια ψευδαίσθηση γυρεύει των στιγμών που της χάρισες άλλοτε.

Φευγαλέα να νιώσει την ανακούφιση της αγκαλιάς Σου, το γιάτρεμα κάθε πληγής του γήινου σαρκίου.
Μα τώρα λείπεις .
Και πονάω …

Πηγή

Η ΝΥΜΦΗ ΤΗΣ ΛΟΧΜΗΣ

Ένα σιγανό αεράκι μου χάιδεψε το μάγουλο…
Θυμήθηκα το άγγιγμά Σου, τη δύναμη που μου ασκούσε το βλέμμα Σου όταν χανόταν στο δικό μου…
Πόσο τρυφερά Σε έπαιρνα στην αγκαλιά μου… μην τυχόν και σπάσω το αλάβαστρο της αγγελικής οπτασίας που παρουσίαζες μπροστά μου…

Λένε πως ο Έρωτας είναι τυφλός. Τώρα πια το πιστεύω.
Τυφλώθηκε όταν Σε κοίταξε για πρώτη φορά. Δεν μπόρεσε ούτε καν Αυτός να αντέξει το Φως των ματιών Σου…
Αν τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, τότε δεν είναι ψέμα… είσαι στ’ αλήθεια μια Νύμφη που χάθηκε στις λόχμες της Αρτέμιδος… θηρεύοντας έναν απλό θνητό για να ξεγελάσει την ανία της αθανασίας…

Ήξερα από την αρχή ότι ο χρόνος μου μαζί Σου θα ήταν πεπερασμένος. Και όμως…
Ποτέ δεν μπόρεσα να ξεπεράσω τη δύναμη του φιλιού Σου, την αγαλλίαση της αγκαλιάς Σου, την πλήρωση όλων μου των αισθήσεων.
Από Εσένα …

Και τώρα … κοντά στο Τέλος …
Περιμένω ν’ απαλλαγώ από τα φρικτά δεσμά της Ύλης.
Ξέρω πως θα είμαστε μαζί … εκεί ….
Στην Ουράνια Αρκαδία των Μυστών….
Μονάκριβα δική μου … για πάντα …
Εις το επανιδείν…

Διοτίμα… Δέσποινα της Μαντίνειας…

Πηγή

ΓΙΕ ΜΟΥ

Το πρώτο σου κλάμα όταν ξεπρόβαλες από το Δυνάμει στο Ενεργεία…
Δυνάμει άνθρωπος … Ενεργεία Πολεμιστής…
Τι υπέροχο συναίσθημα να σε βλέπω να ανοίγεις τα μάτια και να αντικρίζεις τον θλιβερό κόσμο γύρω σου, κόσμο που με λαχτάρα σε πρόσμενε να τον Φωτίσεις με την ανάσα σου…

Η ανάσα του θεού … Μέσα από ένα τόσο δα μικρό στοματάκι, ο αγέρας τριγύρω μυρίζει σαν Άγιο Μύρο.
Η πρώτη σου μέρα σε αυτό τον κόσμο και ένας Ήλιος λαμπρός ξεσκίζει τη μαύρη καταχνιά της ψυχής, με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί σε Άλλους Κόσμους, Κόσμους Ελπίδας και Ευδαιμονίας.
Το πρώτο σου κλάμα… Το κλάμα του θεού που αδυνατεί να συλλάβει την ασχήμια του κόσμου της Ύλης που ήλθε.
Κλάμα χαράς … Για τη δύσκολη αποστολή που του ανατέθηκε, να φέρει το χαμόγελο στους παγωμένους κόσμους της ψυχής των ανθρώπων.

Σε βλέπω να κουνάς τα χεράκια σου περιμένοντας…
Προσμένοντας τη στιγμή που θα κρατήσεις για πρώτη φορά το Ξίφος, το σπαθί που θα ανοίξει το δρόμο για το Δίκαιο και το Σωστό.
Το σπαθί που θα ορκιστείς εσύ και τ’ αδέλφια σου, όχι εξ αίματος μα στην Ιδέα, ότι όσο αναπνέεις, θα πολεμάς την ασχήμια του κόσμου για να φέρεις τη Χαρά και την Ειρήνη.
Προσμένοντας τη στιγμή που θα κρατήσεις για πρώτη φορά τη Λύρα, την κιθάρα για να τραγουδήσεις αντρίκιους στίχους για Έρωτα και Μάχες, όχι για τη φιλονεικία, μα για να ισιώσεις τα στραβά του κόσμου τούτου.
Προσμένοντας τη στιγμή που θα κρατήσεις για πρώτη φορά τη Γνώση, βιβλία που γράφονται αιώνες τώρα για κατορθώματα ομοίων σου, που τραγουδούν ακόμα Τροβαδούροι με δάκρυα δέους στα μάτια.
Την Ιερή Στιγμή που θα κρατήσεις για πρώτη φορά τον Όμηρο, τους στίχους που θα σε νανουρίζω το βράδυ στο κρεβατάκι σου, για τα κατορθώματα του τραγικού Έκτορα που δε χάρηκε τον μικρό Αστυάνακτα και της θείας Ανδρομάχης, που λάτρευε σα θεό τον πατέρα του γιου της, γιατί ήταν ο πιο ανδρείος Φύλακας – Πολεμιστής του λαού τους…

Σε βλέπω να κουνάς τα ποδαράκια σου…
Προσμένοντας τη στιγμή που θα πατήσεις σε παρθένο χώμα, ανεξερεύνητες ιδέες που περίμεναν τους Πρωτοπόρους για να τους αποκαλυφθούν.
Προσμένοντας τη στιγμή που με το σπαθί στο χέρι και τη φλόγα στην καρδιά, θα χορέψεις πολεμικούς χορούς του Γένους σου, γένους ηρώων και τροβαδούρων, που αιώνες τώρα πασχίζουν για τη δόξα του Δίκιου.

Σε βλέπω να χαμογελάς γιατί με αναγνωρίζεις…
Εσύ άλλωστε μας διάλεξες να σε σαρκώσουμε, τιμή μεγάλη για ένα ζευγάρι πολεμιστών, και να σε αναθρέψουμε σύμφωνα με τον Κώδικα.
Κώδικα Τιμής που γενιές τώρα αναθρέφει Ιππότες, Ήρωες που έκαναν υπερήφανους τους θείους γονείς, τον Λυκάονα και την Καλλίστη, γήινες μορφές που σαρκώνουν την Ιδέα αιώνες τώρα.
Και στα βαθιά γεράματα, πιασμένοι χέρι χέρι μπροστά στο τζάκι να αναπολούν την κάθε στιγμή της κοινής τους ζωής που καμάρωναν τον μικρό υπερασπιστή των ανθρώπων … Αλέξανδρος λεγόταν κάποτε…

Ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω γύρω μου…
Πόσο δυνατό το όνειρο, βίωσα τη θεία Γέννηση και ας μην ήμουν εκεί.
Μα Εκείνος με έβλεπε, για αυτό και μου χαμογελούσε…
Για αυτό και σταμάτησε το κλάμα…
Και περιμένω.
Την Καλλίστη να με καλέσει να τραγουδήσω στον καινούριο Λυκάονα τραγούδια ηρωικά για τα κατορθώματα της γενιάς του.
Γενιά Πολεμιστών … και όχι λογιστών.
Οι λογιστές έφεραν την Ανθρωπότητα στα χείλη της Αβύσσου.
Οι Πολεμιστές θα την περάσουν απέναντι, σε Νέους Τόπους, Νέες Ιδέες, με το Ξίφος γυμνό στο χέρι να φυλάνε και να προστατεύουν τους αμάχους.

Και εκεί … στην πρώτη γραμμή σε βλέπω γιε μου να λάμπεις αλλόκοσμα.

Λυκάονα

Πηγή

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

Άνεμος…
Πόσο καιρό έχω να νιώσω αυτό το Κάλεσμα…
Αυτό το σκίρτημα που σε ωθεί να δώσεις μιά και να γκρεμίσεις κάθε τι που σε κρατά δέσμιο στον κόσμο της Σάρκας…
Δέσμιο στην Ύλη και σε μια καθημερινότητα που σου ρουφά κάθε ικμάδα ζωής μέσα σου…

Άνεμος…
Σκέφτομαι πόσο άδεια η αγκαλιά μου χωρίς εσένα…
Και κλαίω…
Δεν με νοιάζει… Η αγνή ψυχή ξεπλένεται στο δάκρυ και παραμένει άσπιλη.
Αν δεν κλάψεις, το μαύρο του καημού σε ποτίζει και κάνει αφόρητο τον πόνο που προκαλεί το πιο μικρό χαμόγελο ευτυχίας…

Δάκρυ…
Μια μικρή σταλαγματιά νερού που σε κάνει να νιώθεις τόσο ευτυχισμένος που μπορείς και Νιώθεις…
Τι τραγικό να είσαι θεός…
Τι τραγικό όλοι να θέλουν κάτι από εσένα, χωρίς αντάλλαγμα, ίσως μόνο ένα κεράκι ή μια αναθηματική πλάκα σε ένα «ναό» που καπηλεύονται θνητοί στο όνομά σου…
Και κανείς να μη ρωτά: «είσαι καλά; Χρειάζεσαι κάτι;»

Δάκρυ…
Πόσο μοναχικό αλήθεια να είσαι θεός…
Οι κοπέλες να ζητούν ένα σου φιλί για να έχουν να λένε πως τις άγγιξες… Θνητές να πλαγιάζουν μαζί σου, μόνο και μόνο για την αυταρέσκεια και την αλαζονική ικανοποίηση του Εγώ τους…
Και αν τους χαρίσεις και ένα παιδί…
Το παίρνουν μακριά σου… μόνο και μόνο για να λένε πως τις διάλεξε ένας θεός.
Να καλύψουν την ασημαντότητά τους με τον πόνο που θα σε κάνουν να νιώσεις για την άδεια αγκαλιά σου…
Άδεια από αυτόν… τον μικρό θεό που σε μια απειροελάχιστη στιγμή Δημιουργίας χάρισες σε μια θνητή ανάξια να εκτιμήσει το Θείο Δώρο…
Της Αγάπης…
Της άδολης, χωρίς ανταλλάγματα αγάπης που μόνο ένας θεός μπορεί να νιώσει.
Άλλωστε, αυτό τον κάνει θεό…
Η Αγάπη…

Δάκρυ…
Γιατί ξέρεις πως ο μικρός θεός θα μεγαλώσει με το Εγώ της θνητής, αντί της Αγάπης του θεού…
Και κλαίς…
Οι θνητοί νομίζουν ότι η βροχή τους θυμήθηκε για άλλη μια φορά.
Αλλά εσύ ξέρεις…. Είναι το δικό σου δάκρυ…

… Το δάκρυ του Απόλλωνα …

Πηγή

Ο ΔΑΜΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΞΙΦΟΥΣ

Το νιώθω πάλι να αναδύεται από μέσα μου.
Όχι … δεν πρέπει ακόμη … δεν είμαι έτοιμος…
Τόσον καιρό παλεύω να το ξορκίσω με την κιθάρα, παίζω τις χορδές της για να κρατάω τα χέρια μου δεσμευμένα.
Φοβάμαι…
Φοβάμαι πως αν δεν κρατάνε κάτι, θα πιάσουν πάλι το σπαθί και δε θέλω … όχι τώρα … όχι ακόμη…
Όχι τώρα που Αυτό κυκλοφορεί μέσα μου ανεξέλεγκτο…

Δεν μπορώ να το ελέγξω … ακόμη.
Βούτηξα σε τρισκότεινες Αβύσσους και ξέπλυνα το Φως μου στο Σκοτάδι τους.
Έδιωξα τη Γκριζάδα μου και την έκανα Καθάριο Λευκό και βγήκα απέναντι, στ άσπιλα εδάφη της Ύπαρξης.
Ακόμη όμως Το κουβαλάω μέσα μου…
Δεν έχει προλάβει να ξεπλυθεί από τα Νάματα της Στυγός.
Το Σκοτάδι…
Το Αρχέγονο Χάος που γεννά τη Δύναμη.
Τη Δύναμη για να αντέξεις…
Τη Δύναμη για να εξελιχθείς…

Πρέπει να τα αποβάλλω…
Να μη μείνει κανένα πλοκάμι Του μέσα μου.
Όταν φύγει το Σκοτάδι θα μείνει μόνο η Δύναμη.
Όταν φύγει το Χάος θα μπει η Τάξη.
Όταν μείνει μόνο το Φως θα πιάσω το σπαθί.
Και τότε…

Τότε το χαμόγελο της Κιθάρας θα συντροφεύει η κραυγή του Ξίφους.
Η κραυγή της αμάχης και το αλύχτισμα του Λύκου…
Το σαρδόνιο χαμόγελο του Δαμαστή του Ξίφους.
Ξίφος που θα πάλλεται σε ηρωικές μελωδίες.
Ξίφος που θ’ ανοίγει δρόμους για να διαβεί το Δίκιο και το Καλό.

Όχι ακόμη όμως…
Το Φως δεν είναι φοίβο…
Το σπαθί μπορεί να λαθέψει και να τρυπήσει και αθώους.
Και δεν είναι σωστό…
Το σπαθί λαθεύει … το Ξίφος όχι.
Αλλά μόνον ο Δαμαστής μπορεί να Το κάνει να κελαηδήσει.
Το Ξίφος έχει χαραγμένους στην κόψη του τους άδικους.
Και θα τους μαρτυρήσει στον Δαμαστή όταν Αυτός είναι έτοιμος.
Μέχρι τότε όμως…

Χαϊδεύω την κιθάρα.
Και διώχνω το Σκοτάδι …
Κρατώντας μόνο το Φως.
… Σ’ ένα μαγικό Λυκαυγές Ύπαρξης όπου Κιθάρα και Ξίφος εναλλάσσονται στα χέρια του Τροβαδούρου…
Στα χέρια του Δαμαστή…
Στα χέρια του Λυκάονα…

Πηγή

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΦΩΣ

Επιτέλους…
Το Φως …
Την κάθε στιγμή της Δοκιμασίας το πίστευα.
Θα Την περάσω…
Θα εξαγνισθώ…
Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό … τίποτα στην τύχη αφημένο.
Βαρύ το τίμημα όμως…

Το θνητό μου κομμάτι θρηνεί…
Το σαρκίο που με μετέφερε στο Ταξίδι αδημονεί.
Προσμένει στο Χρόνο τη Νέμεση να κολάσει τους ενόχους.
Και κλαίει…
Κλαίει για τις χαρές, μα και τη ζωή που η Μήδεια θα στερήσει από Αυτόν…
Τον Μικρό Πρίγκιπα…

Θα τον σκέπτομαι … από μακριά, μα στην καρδιά μου πάντα.
Μες στη ψυχή μου, αενάως…
Ο Μικρός Πρίγκιπας…
Αυτός το Τίμημα … Αυτός και η Απώλεια … Αυτός και η μεγάλη Θυσία …
Για χάρη Του όμως η Νέμεσις … και η φλογερή ανάσα της Ειμαρμένης…
Βαριά η Θυσία, μα το Δίκιο θ’ ανταποδώσει.
Το Ξίφος θα κολάσει τους ενόχους.
Μα όχι στο χέρι του Δαμαστή … αλλά του Χρόνου…

Επιτέλους…
Οι χορδές της Κιθάρας έδιωξαν το Σκοτάδι.
Κόκκος δικός Του δεν έμεινε μέσα μου.
Φοίβο το Φως που αντικρίζει ο Οφθαλμός…
Καθάρια η Αύρα που πνέει στον Νου …
Το Εγώ αφανίζεται στο Είναι.
Και οι Μούσες σταματούν το Τραγούδι…

Ο Μουσηγέτης Απόλλων αφήνει τη Λύρα … πιάνει το Τόξο.
Η χορδή πάλλεται στο κατάλευκο χέρι.
Το βέλος εξακοντίζεται στο Στόχο … σκίζει τον Άνεμο.
Όμοιο με τη Θέληση που διακορεύει τον Αιθέρα.
Και η Ύπαρξη πάλλεται σε Παιάνα πολεμικό…

Ανοίγω τα μάτια και του Λύκου το μειδίαμα έχει επιστρέψει.
Όχι πια Γκρίζο … μα Λευκό.
Πάλλευκο σαν το χέρι του Εκατηβόλου.
Θηκαρώνω το Ξίφος…
Αφήνω την Κιθάρα…
Και τα αποθέτω στην Ιερή Κίστη της Ελευσίνας…

Δεν τραγουδώ πια στον Άνεμο.
Δεν ξιφομαχώ πια στον Αιθέρα.
ΕΙΜΑΙ ο Άνεμος …
ΕΙΜΑΙ ο Αιθέρας …
Πάλλομαι στη Μουσική της Ύπαρξης.
Κουρδίζω τις χορδές μου στο Κλειδί των Σφαιρών.
Το Α σμίγει με το Ω και ο Κύκλος κλείνει.
Γίνομαι Φως και επιστρέφω στην Πηγή…

Αντίο Άνθρωπε…

Πηγή

© 2011 Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος

Κάτοχος Πνευματικών Δικαιωμάτων: Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο παρόν blog είναι νομικά κατοχυρωμένα και προστατεύονται από τον Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
Απαγορεύεται ρητώς η ολική ή μερική αναδημοσίευσή τους, χωρίς να αναφέρεται η Πηγή.

About Nick

Official Website www.arkadian.gr
Gallery | This entry was posted in Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s